Ο Αλιευτικός Τουρισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την Μικρή Παράκτια Αλιεία (Small Scale Fisheries – SSF). Στη Μεσόγειο, η Μικρή Παράκτια Αλιεία αντιπροσωπεύει περίπου το 80% του αλιευτικού στόλου (FAO, 2020), ενώ στην Ελλάδα αντιπροσωπεύει πάνω από το 97% του συνολικού αλιευτικού στόλου (Μητρώο αλιείας ΕΕ, 2023). Ο κοινωνικοοικονομικός ρόλος της μικρής παράκτιας αλιείας είναι ζωτικής σημασίας, καθώς παρέχει εισόδημα και απασχόληση σε παράκτιες περιοχές, ενώ αναγνωρίζεται ως αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον τοπικό πολιτισμό και τις παραδόσεις (STECF, 2018). Ο κλάδος της μικρής παράκτιας αλιείας συχνά χαρακτηρίζεται ως ένας «γερασμένος» κλάδος με τον μέσο όρο ηλικίας στην Ελλάδα να υπολογίζεται τα 49 έτη την προηγούμενη 20ετία (Tzanatos et al., 2006) και έχοντας υποστεί συρρίκνωση της τάξης του 58% από τότε (Lloret et al., 2018; Μητρώο αλιείας ΕΕ, 2025).
Ο λόγος συρρίκνωσης έχει να κάνει τόσο με περιβαλλοντικές παραμέτρους (μείωση ιχθυαποθεμάτων, κλιματική κρίση, ρύπανση, ξενικά είδη) όσο και με κοινωνικοοικονομικές παραμέτρους (εισόδημα, ανάπτυξη του τουρισμού, πολιτικές της ΕΕ) (Lloret et al., 2018 κι αναφορές εντός). Ωστόσο η μικρή παράκτια αλιεία κατέχει ακόμα, όπως και ιστορικά, σημαντική θέση στις παράκτιες περιοχές, τόσο ως πηγή υψηλής ποιότητας τροφίμων όσο και ως μέσο απασχόλησης για νησιωτικούς και παράκτιους πληθυσμούς με ισχυρή ναυτική και αλιευτική παράδοση, ενώ ρόλος της καθίσταται ακόμη σημαντικότερος σε απομακρυσμένες περιοχές της νησιωτικής Ελλάδας, όπου υπάρχουν περιορισμένες εναλλακτικές ευκαιρίες απασχόλησης (Liontakis & Vassilopoulou, 2022 κι αναφορές εντός). Όσο τα προβλήματα για τους επαγγελματίες παράκτιους αλιείς μεγαλώνουν τόσο αυτοί που απομένουν στον κλάδο αναζητούν συμπληρωματικά εισοδήματα ένα από τα οποία είναι και ο Αλιευτικός Τουρισμός.
Πράγματι, ο αλιευτικός τουρισμός επιπλέον του πρόσθετου εισοδήματος, που μπορεί να προσφέρει στις παράκτιες αλιευτικές κοινότητες της ΕΕ, έχει αναγνωριστεί και ως βιώσιμος τουρισμός στηρίζοντας τη Γαλάζιας Οικονομία, ενσωματώνοντας την αειφόρο ανάπτυξη και την πράσινη ανάπτυξη (Wenhai et al., 2019). Έχει αναγνωριστεί ότι ο τουρισμός και η αλιεία μπορούν να συνυπάρξουν με τέτοιο τρόπο που οι αλιείς διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην ευαισθητοποίηση των τουριστών σχετικά με τις περιβαλλοντικές, κοινωνικοπολιτισμικές και οικονομικές αξίες των νησιών ή των παράκτιων περιοχών τους, παρουσιάζοντας τις μεθόδους αλιείας και προαιρετικά, προσφέροντάς τους τοπικές γαστρονομικές απολαύσεις επί του σκάφους. Το παραπάνω δεν αποτελεί μόνο τρόπο προώθησης ενός εξειδικευμένου «τουριστικού προϊόντος», αλλά και λύση για τη συνδιαχείριση Θαλάσσιων Προστατευόμενων Περιοχών, της εφαρμογής Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (Kyvelou & Ierapetritis, 2020) και ως τρόπος προστασίας των θαλάσσιων ιχθυαποθεμάτων (Gomei & Bellia 2019).
Πράγματι, ο αλιευτικός τουρισμός επιπλέον του πρόσθετου εισοδήματος, που μπορεί να προσφέρει στις παράκτιες αλιευτικές κοινότητες της ΕΕ, έχει αναγνωριστεί και ως βιώσιμος τουρισμός στηρίζοντας τη Γαλάζιας Οικονομία, ενσωματώνοντας την αειφόρο ανάπτυξη και την πράσινη ανάπτυξη (Wenhai et al., 2019). Έχει αναγνωριστεί ότι ο τουρισμός και η αλιεία μπορούν να συνυπάρξουν με τέτοιο τρόπο που οι αλιείς διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην ευαισθητοποίηση των τουριστών σχετικά με τις περιβαλλοντικές, κοινωνικοπολιτισμικές και οικονομικές αξίες των νησιών ή των παράκτιων περιοχών τους, παρουσιάζοντας τις μεθόδους αλιείας και προαιρετικά, προσφέροντάς τους τοπικές γαστρονομικές απολαύσεις επί του σκάφους. Το παραπάνω δεν αποτελεί μόνο τρόπο προώθησης ενός εξειδικευμένου «τουριστικού προϊόντος», αλλά και λύση για τη συνδιαχείριση Θαλάσσιων Προστατευόμενων Περιοχών, της εφαρμογής Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (Kyvelou & Ierapetritis, 2020) και ως τρόπος προστασίας των θαλάσσιων ιχθυαποθεμάτων (Gomei & Bellia 2019).
